Langues
Carrousel
Ρίζα — Le Tilleul · desmarges.fr

Grand Livre des poèmes · 13 septembre 2026

ELLE

Un livre fermé, deux chemins venus de directions opposées, une place laissée libre.

Français

Il existe sur le bureau
un livre que personne ne remarque.

Il n’est ni rare,
ni ancien,
ni revêtu d’un cuir destiné
à survivre aux bibliothèques.

Il a la taille ordinaire
des livres que l’on commence dans le métro,
que l’on poursuit sous une lampe
et que l’on abandonne quelquefois
au milieu d’une phrase.

Sa couverture est sombre,
quelque part entre le brun de la terre
et le vert d’une feuille
qui hésiterait encore à paraître.

Aucun titre ne demande
que l’on s’approche.

Aucune lettre d’or
ne promet un secret.

Il est là
comme sont là les choses nécessaires :
sans expliquer leur nécessité.

Deux rubans très minces
sortent du livre fermé.

L’un vient des premières pages,
l’autre des dernières.

Ils ont traversé le même ouvrage
en sens contraire.

Ils ne sont pas noués.
Ils ne se retiennent pas.
Ils n’abolissent pas la distance
qui leur a permis de parvenir jusqu’ici.

Pourtant, entre deux pages invisibles,
ils se rencontrent.

Le premier est vert sombre,
comme une plante qui aurait appris
à pousser dans une fissure.

Le second est rouge profond,
comme la chaleur demeurée dans une pierre
longtemps après le départ du soleil.

Rien, depuis la porte,
ne permet de savoir
que les deux rubans désignent Elle.

Elle :
E, deux L, E.

Un mot si commun
qu’il peut traverser toutes les conversations
sans jamais être découvert.

Un pronom laissé parmi les autres,
une présence cachée
dans la grammaire du monde.

Le livre demeure fermé
la plupart du temps.

C’est ainsi qu’il protège
ce qu’il ne dissimule pas tout à fait.

Il suffit pourtant de l’ouvrir
à l’endroit choisi par les rubans.

Sur la page de gauche,
le français avance
avec ses arbres, ses rues,
ses fenêtres et ses souvenirs.

Sur la page de droite,
le grec lui répond
depuis une autre rive de la langue.

Les deux textes ne se regardent pas
comme un original et sa copie.

Ils se tiennent face à face
comme deux lumières
ayant reconnu la même fenêtre.

Ils disent que l’amour
n’est pas une prise.

Ils disent qu’aimer
consiste peut-être à laisser devant soi
une place où l’autre puisse demeurer libre.

Ils disent que la distance
n’est pas toujours une séparation.

Elle peut être la mesure exacte
de ce qui revient.

Au bas des pages,
cinq notes presque invisibles :

mi — la — la — si — mi.

Quelqu’un pourrait les prendre
pour une phrase interrompue,
un exercice oublié,
le commencement hésitant
d’une musique sans importance.

Mais elles attendent.

Un soir, le piano les prononcera.

Le violoncelle entrera plus tard,
non pour les répéter,
mais pour leur offrir
une autre manière d’exister.

Le motif s’éloignera,
changera de tonalité,
traversera une région silencieuse,
puis reviendra transformé
vers le lieu de sa naissance.

Sur le bureau, près du livre,
un crayon demeure immobile.

Il indique seulement
que la lecture peut reprendre.

À quelques pas,
une chaise vide
est légèrement tournée vers la lumière.

Elle ne réclame personne.

Elle ne représente pas
une absence définitive.

Elle conserve une possibilité.

Celui qui entre dans la pièce
voit une chaise,
un livre,
un crayon,
une lampe.

Il voit les objets normaux
d’une vie passée parmi les textes.

Il ne sait pas
que la chaise laisse à Elle
la liberté de venir ou de ne pas venir.

Il ne sait pas
que le livre contient
deux chemins convergents.

Il ne sait pas
que les cinq notes
portent un visage sans le montrer.

Au mur, dans un cadre étroit,
une plante solitaire
s’élève depuis une fente du béton.

Elle n’a reçu aucune autorisation.

Aucun jardinier
n’avait préparé sa naissance.

La pierre ne l’attendait pas.

Cependant elle pousse
dans l’intervalle exact
que le monde avait négligé de fermer.

Lorsque l’eau lui manque,
la plante se replie.

Elle rassemble en elle-même
ce qu’elle ne peut plus offrir au jour.

Elle paraît immobile,
presque retirée de la vie.

Puis l’eau revient.

Alors, sans effacer la sécheresse,
elle recommence à s’ouvrir.

Son retour n’est pas
la négation de l’absence.

Il en est la mémoire devenue forme.

Très loin de la pièce,
un albatros traverse la mer.

Il n’emporte aucun message.

Il ne connaît ni le livre,
ni la chaise,
ni le nom caché dans le pronom.

Il sait seulement s’éloigner
sans faire de l’éloignement
une disparition.

Il confie son corps au vent,
franchit des étendues
où nul chemin ne demeure visible,
puis revient vers une présence
que l’horizon n’a pas effacée.

La plante se referme
et se déploie.

L’oiseau s’éloigne
et revient.

La musique se perd
et retrouve son motif.

Les deux rubans traversent le livre
et se rejoignent sans se nouer.

La chaise reste libre.

La lumière passe
du bureau à la page,
de la page au cadre,
du cadre au mur,
et du mur jusqu’à ce mot
que chacun prononce
sans en connaître ici la portée :

Elle.

E, deux L, E.

Rien n’a été ajouté
à l’ordre ordinaire de la chambre.

Rien ne signale une œuvre.

Rien ne demande au visiteur
de résoudre une énigme.

Le secret n’est pas enfermé.

Il vit à découvert
dans ce que personne ne songe à regarder.

Et si les villes changent,
si les livres se ferment,
si les saisons retirent aux plantes
leur apparence de victoire,

si la musique s’interrompt
avant l’accord attendu,

il restera sur le bureau
deux rubans venus de directions opposées,

une place laissée libre,

cinq notes en attente,

et cette proposition très simple
que tout l’espace répète
sans jamais la prononcer :

parmi tous les mondes possibles,
la pensée s’éloigne quelquefois,

mais elle revient vers Elle.

Ελληνικά

Υπάρχει πάνω στο γραφείο
ένα βιβλίο που κανείς δεν προσέχει.

Δεν είναι ούτε σπάνιο
ούτε παλιό,
ούτε ντυμένο με δέρμα προορισμένο
να επιζήσει μέσα στις βιβλιοθήκες.

Έχει το συνηθισμένο μέγεθος
των βιβλίων που αρχίζουμε στο μετρό,
συνεχίζουμε κάτω από μια λάμπα
και κάποτε εγκαταλείπουμε
στη μέση μιας φράσης.

Το εξώφυλλό του είναι σκοτεινό,
κάπου ανάμεσα στο καστανό της γης
και στο πράσινο ενός φύλλου
που ακόμη διστάζει να φανεί.

Κανένας τίτλος δεν ζητά
να πλησιάσουμε.

Κανένα χρυσό γράμμα
δεν υπόσχεται κάποιο μυστικό.

Βρίσκεται εκεί
όπως βρίσκονται τα αναγκαία πράγματα:
χωρίς να εξηγούν την αναγκαιότητά τους.

Δύο πολύ λεπτές κορδέλες
βγαίνουν από το κλειστό βιβλίο.

Η μία έρχεται από τις πρώτες σελίδες,
η άλλη από τις τελευταίες.

Διέσχισαν το ίδιο έργο
σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Δεν είναι δεμένες.
Δεν κρατούν η μία την άλλη.
Δεν καταργούν την απόσταση
που τους επέτρεψε να φτάσουν ως εδώ.

Κι όμως, ανάμεσα σε δύο αθέατες σελίδες,
συναντιούνται.

Η πρώτη είναι βαθιά πράσινη,
σαν φυτό που έμαθε
να φυτρώνει μέσα σε μια ρωγμή.

Η δεύτερη είναι βαθυκόκκινη,
σαν τη θερμότητα που μένει μέσα στην πέτρα
πολύ μετά τη δύση του ήλιου.

Τίποτε, κοιτάζοντας από την πόρτα,
δεν επιτρέπει να γνωρίζει κανείς
ότι οι δύο κορδέλες σημαίνουν Εκείνη.

Εκείνη:
E, δύο L, E.

Μια λέξη τόσο κοινή,
ώστε να περνά μέσα από όλες τις συνομιλίες
χωρίς ποτέ να αποκαλύπτεται.

Μια αντωνυμία αφημένη ανάμεσα στις άλλες,
μια παρουσία κρυμμένη
μέσα στη γραμματική του κόσμου.

Το βιβλίο μένει κλειστό
τον περισσότερο καιρό.

Έτσι προστατεύει
εκείνο που δεν κρύβει εντελώς.

Αρκεί, ωστόσο, να το ανοίξουμε
στο σημείο που διάλεξαν οι κορδέλες.

Στην αριστερή σελίδα,
τα γαλλικά προχωρούν
με τα δέντρα τους, τους δρόμους τους,
τα παράθυρα και τις αναμνήσεις τους.

Στη δεξιά σελίδα,
τα ελληνικά τούς αποκρίνονται
από μιαν άλλη όχθη της γλώσσας.

Τα δύο κείμενα δεν κοιτάζονται
σαν ένα πρωτότυπο και το αντίγραφό του.

Στέκονται αντικριστά
σαν δύο φώτα
που αναγνώρισαν το ίδιο παράθυρο.

Λένε πως η αγάπη
δεν είναι κατάκτηση.

Λένε πως το να αγαπάς
ίσως σημαίνει να αφήνεις μπροστά σου
έναν τόπο όπου ο άλλος μπορεί να παραμένει ελεύθερος.

Λένε πως η απόσταση
δεν είναι πάντοτε χωρισμός.

Μπορεί να είναι το ακριβές μέτρο
εκείνου που επιστρέφει.

Στο κάτω μέρος των σελίδων,
πέντε νότες σχεδόν αθέατες:

μι — λα — λα — σι — μι.

Κάποιος θα μπορούσε να τις πάρει
για μια φράση που διακόπηκε,
μια ξεχασμένη άσκηση,
το διστακτικό ξεκίνημα
μιας μουσικής χωρίς σημασία.

Μα εκείνες περιμένουν.

Ένα βράδυ, το πιάνο θα τις προφέρει.

Το βιολοντσέλο θα μπει αργότερα,
όχι για να τις επαναλάβει,
αλλά για να τους προσφέρει
έναν άλλον τρόπο ύπαρξης.

Το μοτίβο θα απομακρυνθεί,
θα αλλάξει τονικότητα,
θα διασχίσει μια σιωπηλή περιοχή,
κι ύστερα θα επιστρέψει μεταμορφωμένο
στον τόπο της γέννησής του.

Πάνω στο γραφείο, κοντά στο βιβλίο,
ένα μολύβι μένει ακίνητο.

Δείχνει μόνο
ότι η ανάγνωση μπορεί να ξαναρχίσει.

Λίγα βήματα πιο πέρα,
μια άδεια καρέκλα
είναι ελαφρά στραμμένη προς το φως.

Δεν απαιτεί κανέναν.

Δεν παριστάνει
μια οριστική απουσία.

Διατηρεί μια δυνατότητα.

Όποιος μπαίνει στο δωμάτιο
βλέπει μια καρέκλα,
ένα βιβλίο,
ένα μολύβι,
μια λάμπα.

Βλέπει τα συνηθισμένα αντικείμενα
μιας ζωής περασμένης ανάμεσα στα κείμενα.

Δεν γνωρίζει
ότι η καρέκλα αφήνει σ’ Εκείνη
την ελευθερία να έρθει ή να μην έρθει.

Δεν γνωρίζει
ότι το βιβλίο περιέχει
δύο μονοπάτια που συγκλίνουν.

Δεν γνωρίζει
ότι οι πέντε νότες
φέρουν ένα πρόσωπο χωρίς να το δείχνουν.

Στον τοίχο, μέσα σε μια στενή κορνίζα,
ένα μοναχικό φυτό
υψώνεται από μια ρωγμή του σκυροδέματος.

Δεν έλαβε καμία άδεια.

Κανένας κηπουρός
δεν είχε προετοιμάσει τη γέννησή του.

Η πέτρα δεν το περίμενε.

Κι όμως μεγαλώνει
μέσα στο ακριβές διάστημα
που ο κόσμος αμέλησε να κλείσει.

Όταν του λείπει το νερό,
το φυτό διπλώνεται.

Συγκεντρώνει μέσα του
ό,τι δεν μπορεί πια να προσφέρει στο φως.

Φαίνεται ακίνητο,
σχεδόν αποσυρμένο από τη ζωή.

Ύστερα επιστρέφει το νερό.

Τότε, χωρίς να σβήνει την ξηρασία,
αρχίζει πάλι να ανοίγεται.

Η επιστροφή του δεν είναι
η άρνηση της απουσίας.

Είναι η μνήμη της που έγινε μορφή.

Πολύ μακριά από το δωμάτιο,
ένα άλμπατρος διασχίζει τη θάλασσα.

Δεν μεταφέρει κανένα μήνυμα.

Δεν γνωρίζει ούτε το βιβλίο
ούτε την καρέκλα
ούτε το όνομα που κρύβεται στην αντωνυμία.

Γνωρίζει μόνο να απομακρύνεται
χωρίς να μετατρέπει την απομάκρυνση
σε εξαφάνιση.

Εμπιστεύεται το σώμα του στον άνεμο,
διασχίζει εκτάσεις
όπου κανένα μονοπάτι δεν παραμένει ορατό,
κι ύστερα επιστρέφει προς μια παρουσία
που ο ορίζοντας δεν έσβησε.

Το φυτό κλείνεται
και ξεδιπλώνεται.

Το πουλί απομακρύνεται
και επιστρέφει.

Η μουσική χάνεται
και ξαναβρίσκει το μοτίβο της.

Οι δύο κορδέλες διασχίζουν το βιβλίο
και συναντιούνται χωρίς να δεθούν.

Η καρέκλα μένει ελεύθερη.

Το φως περνά
από το γραφείο στη σελίδα,
από τη σελίδα στην κορνίζα,
από την κορνίζα στον τοίχο,
κι από τον τοίχο ως αυτή τη λέξη
που όλοι προφέρουν
χωρίς να γνωρίζουν εδώ τη σημασία της:

Εκείνη.

E, δύο L, E.

Τίποτε δεν προστέθηκε
στη συνηθισμένη τάξη του δωματίου.

Τίποτε δεν φανερώνει ένα έργο.

Τίποτε δεν ζητά από τον επισκέπτη
να λύσει ένα αίνιγμα.

Το μυστικό δεν είναι κλειδωμένο.

Ζει ολοφάνερο
μέσα σε ό,τι κανείς δεν σκέφτεται να κοιτάξει.

Κι αν αλλάξουν οι πόλεις,
αν κλείσουν τα βιβλία,
αν οι εποχές αφαιρέσουν από τα φυτά
την όψη της νίκης τους,

αν η μουσική διακοπεί
πριν από την αναμενόμενη συγχορδία,

θα απομείνουν πάνω στο γραφείο
δύο κορδέλες ερχόμενες από αντίθετες κατευθύνσεις,

μια θέση αφημένη ελεύθερη,

πέντε νότες που περιμένουν,

και αυτή η πολύ απλή πρόταση
που ολόκληρος ο χώρος επαναλαμβάνει
χωρίς ποτέ να την προφέρει:

ανάμεσα σε όλους τους δυνατούς κόσμους,
η σκέψη κάποτε απομακρύνεται,

μα επιστρέφει προς Εκείνη.

Parmi tous les mondes possibles,
la pensée s’éloigne quelquefois,
mais elle revient vers Elle.

Ανάμεσα σε όλους τους δυνατούς κόσμους,
η σκέψη κάποτε απομακρύνεται,
μα επιστρέφει προς Εκείνη.

MI · LA · LA · SI · MI